ΚΡΗΤΗ

Ταξίδι στην Κρήτη – Candia Doc

Της Ελευθερίας Μηλάκη

Σήμερα αποφάσισα και εγώ να πάω στο… λιανεμπόριο. Έκλεισα ραντεβού σε ένα κατάστημα καλλυντικών, μου έστειλαν το sms, έστειλα στο 13032, κάλεσα ταξί και ξεκίνησα. Τα λεωφορεία από τότε που ξεκίνησε η κρίση του κορωνοϊού τα έχω ξεχάσει, ενώ φοβάμαι ότι το δίπλωμα οδήγησης θα το πάρω τελικά σε ηλικία 59, όπως ο συγγραφέας Γ. Ξανθούλης. Κάθε φορά που βρίσκω ένα λόγο για να… ταξιδέψω πέρα από τα στενά όρια της γειτονιάς, είναι σχεδόν σαν γιορτή. Ένα ραντεβού στο κομμωτήριο, ένα ραντεβού στο λιανεμπόριο, ακόμα και ένα ραντεβού σε δημόσια υπηρεσία ή σε γιατρό δεν παύει να είναι μια έξοδος, κάτι σπουδαίο. Έμεινα στο μαγαζί όσο περισσότερο μπορούσα, για να θυμηθώ τις παλιές μέρες, όταν πήγαινα βόλτα στις βιτρίνες, συχνά με μια φίλη, κρατώντας ένα καφέ στο χέρι και τη μητέρα μου πάντα να με μαλώνει «δεν είναι σωστό να κρατάς τον καφέ στο χέρι σαν τουρίστρια». Εδώ που τα λέμε ήμουν ικανή μέχρι και να τρώω στο χέρι… Σε κάτι παλιά κόμικς που διάβαζα ήταν κάτι κακομαθημένα παιδιά που έκαναν μπούλινγκ σε άλλα παιδιά και τα κορόιδευαν ότι «τρώνε το παγωτό στο δρόμο τόσο άκομψα». Τώρα ούτε καφέ δεν μπορείς να πίνεις ψωνίζοντας… Για να πω την αλήθεια σχεδίαζα να πάρω λιγότερα πράγματα, για την ακρίβεια, πήγα στο κατάστημα απλά για να βρω μια ευκαιρία για βόλτα, αλλά τελικά πήρα μέχρι και τρία διαφορετικά χρώματα βερνικιού νυχιών, γιατί είναι τώρα στη μόδα διαφορετική παστέλ απόχρωση σε κάθε νύχι εναλλάξ, κίτρινο, ρόζ, γαλάζιο και πάλι από την αρχή. Ζήτησα αν είχαν και αυτοκόλλητα χαμόγελα, δηλαδή smileys πού τα είχα δει σε ένα περιοδικό, αλλά δεν είχαν. Επίσης πήρα διάφορα αξεσουάρ μαλλιών και ένα πινέλο μακιγιάζ από… φυσική τρίχα, όπως μου είπε η κοπέλα (γουρουνότριχα ίσως) και μερικά άλλα πράγματα. Μια ένεση αισιοδοξίας. Πρόλαβα να πάρω και μερικά μίνι πασχαλινά σοκολατένια αβγά από το σούπερ μάρκετ και μερικά λίγο μεγαλύτερα από ένα ζαχαροπλαστείο. Φαίνεται ότι οι φούρνοι και τα ζαχαροπλαστεία απευθύνονται σε… «γουρούνια», όπως χαρακτήρισε ο Άδωνις Γ. αυτούς που δεν τηρούν τους τύπους, γιατί πουλάνε ταυτόχρονα και τα νηστίσιμα και τα πασχαλινά.

Σαν τη Σταχτοπούτα άρπαξα ένα ταξί να επιστρέψω σπίτι πριν να είναι αργά. Είδα μια ομάδα ντελιβεράδων στο Γιόφυρο και προς στιγμή νόμισα ότι ήταν αστυνομικοί… Μου είχε ξανασυμβεί πρόσφατα να δω ντελιβερά με κίτρινο γιλέκο και μηχανάκι και να νομίζω πως είναι αστυνομικός. Μισητοί έγιναν πάλι οι αστυνομικοί από την κοινωνία… Ναι, είχε πάει να αλλάξει το κλίμα με το Σύριζα, αλλά τώρα πάλι… Αφού τελείωσα τις οικιακές δουλειές είπα να διαβάσω και μερικά άρθρα από κρητικές εφημερίδες. Μια φορά στο γλωσσικό ζήτημα είπε κάποιος «δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι». Μια χαρά υπάρχουν χυδαίες λέξεις και χυδαίος λόγος… Φαίνεται όμως ότι συχνά η χυδαιότητα είναι εισιτήριο για καριέρα, δεν θα ήθελα τώρα να μιλήσω πιο ειδικά, αλλά είναι περίεργο να επιβραβεύονται για παράδειγμα οι διάφορες «σχολές» τηλεοπτικών σκουπιδιών και να αγκαλιάζουν με τόση τρυφερότητα την εξουσία και το κεφάλαιο. Όπως στην ταινία «η κόρη μου η σοσιαλίστρια» που είχαν βάλει τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ σε κελί και της είπε ψέματα «να ένα ποντίκι» και αυτή έπεσε πάνω του και σχολίασε κάποιος «πρώτη φορά βλέπω το κεφάλαιο να αγκαλιάζει με τόση θέρμη τον εργαζόμενο»… Δεν βαριέσαι, το είχε γράψει και ο Καζαντζάκης σε ένα έργο του, «οι πιο καλοί πεινούν κι αδικιούνται, οι πιο κακοί τρων, πίνουν και κυβερνούνε». Πρόστυχο πράγμα η αδικία, όμως έτσι είναι ο μάταιος τούτος κόσμος.

Υπάρχουν άνθρωποι που αντί να κάθονται να λυπούνται για τα στραβά και τα άδικα του κόσμου, κρεμάνε ένα σακίδιο στον ώμο και ξεκινάνε να γυρίσουν τον κόσμο. Αυτός γίνεται ο σκοπός της ζωής τους, να πάνε παντού, ακόμα και περισσότερες φορές στα πιο αγαπημένα τους μέρη. Δεν θέλουν ούτε συζύγους, ούτε παιδιά, ούτε φίλους ουσιαστικά. Όταν ο Ερρίκος αυτοπροσκλήθηκε να έρθει στην Κρήτη, να τον φιλοξενήσω και να τον ξεναγήσω, δεν το σκέφτηκα και πολύ. Εκείνα τα χρόνια ήθελα να έχω φίλους, παρέες, να μην νιώθω μόνη. Ήταν τότε που μια φίλη μου, φοιτήτρια από την Κύπρο και γειτόνισσα μου, με προειδοποίησε «πρόσεξε, δεν είναι όλοι φίλοι σου». Δεν της είχαν γεμίσει το μάτι ορισμένες από τις άλλες φίλες μου που της είχα γνωρίσει. Ο Ερρίκος καταγόταν από το μακρινό Περού και εργαζόταν στην Ευρώπη ως νοσηλευτής. Το παρουσιαστικό του ήταν ιδιαίτερο, ήταν πραγματικά κοντός, αν και ο ίδιος ισχυριζόταν ότι είχε ύψος 1,60. Είχε μαύρα ίσια μαλλιά και μάτια σχιστά. Λογικό να έχει αυτή την εμφάνιση, αφού ερχόταν από τη χώρα των Ίνκας. Εκεί ζουν οι απόγονοι των Ινδιάνων μαζί με τους απογόνους τον αποίκων και πολλοί μικτής καταγωγής. Αυτό που δεν ήξερα τότε ήταν ότι ο Ερρίκος είχε ένα διαδραστικό παγκόσμιο χάρτη, τον οποίο είχε χωρίσει σε τρία χρώματα: Τις χώρες που είχε επισκεφθεί ήδη μια φορά, τις χώρες στις οποίες θα ήθελε να επιστρέψει και τις χώρες που του έμεναν ακόμα. Ο χάρτης άλλαζε, ανάλογα με τα ταξίδια που έκανε και αυτά που σχεδίαζε ακόμα να κάνει. Πράσινο για τα μέρη που είχε επισκεφθεί, κίτρινο για τα μέρη που θα ήθελε να επισκεφθεί ξανά και λευκό για τα υπόλοιπα. Δεν είχα καταλάβει ότι ήταν ένας μανιώδης ταξιδιώτης, που το μόνο πράγμα που τον ενδιέφερε σε αυτή τη ζωή ήταν τα ταξίδια. Και όμως έχω και άλλη μία φίλη σαν αυτόν, απλά δεν είχα καταλάβει ότι ο  Ερρίκος ήταν ένας τέτοιος. Νόμιζα ότι ο λόγος που ήθελε να έρθει στην Κρήτη ήταν το να γνωρίσει καλύτερα… εμένα! 

Πήγα στο αεροδρόμιο να τον συναντήσω και είχε ήδη βραδιάσει. Χωρίς πολλά πολλά δήλωσε σε λίγη ώρα ότι θέλει να επισκεφθεί την Κνωσό, αμέσως. Προσπάθησα να τον πείσω ότι τέτοια ώρα είναι κλειστά, όμως επέμενε, ίσως και εγώ είχα υπερτιμήσει τις γνώσεις του στα αγγλικά, δεν ξέρω γιατί δεν καταλάβαινε. Ίσως και α νείχε τόσο μεγάλη επιθυμία να πάει στην Κνωσό που τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Μήπως εκεί στη μακρινή πατρίδα του έχουν έξι μήνες νύχτα, έξι μήνες μέρα, το Βόρειο Σέλας ή κάτι τέτοιο και νόμιζε ότι έτσι είναι και στην Κρήτη; Πήραμε ένα λεωφορείο και φτάσαμε ως εκεί και φυσικά ήταν κλειστά, ενώ μετά επιστρέψαμε όλο το δρόμο με τα πόδια μέσα στο σκοτάδι, επειδή δεν είχε άλλο λεωφορείο και ούτε που μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι θα μπορούσα να καλέσω ταξί. Ήταν αρκετά τρομακτική η διαδρομή, μέχρι και αυτός φοβόταν και σχεδόν το έδειχνε. Του υποσχέθηκα ότι θα ξαναπάμε το πρωί. Το πρωί του πρόσφερα ένα πρωινό με αβοκάντο, πίτες και κομμάτια αρνιού και ενθουσιάστηκε, είχα μαντέψει σωστά τις διατροφικές του προτιμήσεις. Ξεκινήσαμε για την Κνωσό. Η ξενάγηση είναι κάτι που μπορώ να κάνω και εξάλλου είχα συνοδέψει πολλές φορές επισκέπτες. Κάποια πράγματα για τον μινωικό πολιτισμό ήξερα να του πω, όχι μόνο αυτά που θυμόμουν από το σχολείο, αλλά και όσα έμαθα από μεταφράσεις που είχα κάνει. Του είπα για τον Άρθουρ Έβανς, τον άγγλο αρχαιολόγο που ανακάλυψε και «αναστύλωσε» το ανάκτορο του Μίνωα, για την αίθουσα του θρόνου, για τις αποθήκες και τα εργαστήρια, για τα διαμερίσματα της βασίλισσας, για το Μινώταυρο. Όλα αυτά τα ήξερε, τα είχε ήδη διαβάσει, γιατί ήταν φανατικός ταξιδιώτης και αρχαιολάτρης και γενικά ήθελε να διαβάζει, να ταξιδεύει και να μαθαίνει όσο περισσότερα μπορούσε για κάθε τόπο. Όταν φτάσαμε σε εκείνα τα μεγάλα πέτρινα κέρατα, μονολογούσε εκστασιασμένος «Μινοτάουρο, Μινοτάουρο». Ομολογουμένως δεν μου είχε ξανατύχει να ξεναγήσω στην Κνωσό Ινδιάνο με τέτοιο πάθος με τα ταξίδια και τα αρχαία.

Ήταν Φεβρουάριος, τα μαγαζιά στο κέντρο του Ηρακλείου είχαν εκπτώσεις και σε κάθε βιτρίνα έγραφε «ΟΛΑ». Όλα 30%, όλα 50% κτλ. Είχε ήδη μελετήσει το ελληνικό αλφάβητο και κατάφερε να διαβάσει τη λέξη «όλα». Μετά με ρώτησε, μα γιατί όλες οι βιτρίνες γράφουν «όλα» (=γεια στα ισπανικά)… Είχα τη φαεινή ιδέα να πάμε για επίσκεψη στης μητέρας μου, η οποία χωρίς να το ξέρω είχε δεχτεί απροειδοποίητη επίσκεψη από μία φίλη της, η οποία ήδη από τα μαθητικά τους χρόνια λάτρευε τα αστεία και τις χοντροκομμένες πλάκες. Μπροστά του κρατήθηκε, ήταν ευγενική, αλλά όταν φύγαμε είπε στη μητέρα μου «τι είναι ΑΥΤΟ, δεν πιστεύω να το προορίζετε για… γαμπρό». Οι συντηρητικοί ντόπιοι νομίζουν πως κάθε ξένος είναι κάτι σαν εξωγήινος ή «αμερικανάκι», δηλαδή δεν καταλαβαίνει και πολλά. Ο συγκεκριμένος ήταν άλλου είδους «αμερικανάκι» και σε κάθε περίπτωση τους φάνηκε πολύ περίεργος. Πολύ ωραία η φάρμα της μητέρας σου, σχολίασε αυτός αργότερα, εννοώντας φάρμα το μικρό κήπο και το… κοτέτσι. Του έλειπε η πολυαγαπημένη του γιαγιά και οι αδερφές της γιαγιάς του που ήταν και αυτές γιαγιάδες του, ανυπομονούσε να τις συναντήσει ξανά, αμέσως μετά το ταξίδι στην Κρήτη. Για τη δουλειά του δεν ήθελε να λέει πολλά. Ήταν ο τρόπος να εξασφαλίζει τα προς το ζην, αλλά και τα χρήματα για τη μεγάλη του αγάπη, τα ταξίδια. Πήγαμε στο γραφείο μου και από τη βιβλιοθήκη μου το χάρισα ένα ελληνοϊσπανικό – ισπανοελληνικό λεξικό που είχα και δεν το χρησιμοποιούσα. Τα ισπανικά δεν μου είχαν προσελκύσει ποτέ το ενδιαφέρον για να τα μάθω, αλλά ήταν μια εποχή που μου άρεσε να αγοράζω διαφόρων ειδών λεξικά και είχα κάνει μια συλλογή. Φάνηκε να το εκτιμά πραγματικά πολύ αυτό το δώρο, σαν να ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να του κάνω. Νομίζω του είχα γράψει και κάποια αφιέρωση στην αρχή, είμαι σίγουρη ότι θα το έχει ακόμα.

Αποφάσισα να πάμε μια εκδρομή στον Άγιο Νικόλαο. Αυτή τη μικρή πόλη την είχα γνωρίσει κάτω από τις χειρότερες δυνατές συνθήκες, όμως την είχα αγαπήσει. Συνδέθηκε με το πεπρωμένο μου με τόσο καθοριστικό τρόπο που έγινε κομμάτι του εαυτού μου. Ωραίος ο Άγιος Νικόλαος παρόλα αυτά. Ακολούθησα τη μύτη μου και βρήκαμε ένα σουβλατζίδικο κοντά στη θάλασσα. Ήταν χειμώνας και είχε πολλή ησυχία, ερημιά. Μετά κάναμε μια βόλτα στην πόλη, ήπιαμε καφέ πάνω από τη λίμνη και τον είδα να φωτογραφίζει τα ποτήρια με τους καφέδες. Παράξενο, εγώ σε όσα ταξίδια είχα κάνει δεν είχα ποτέ μαζί μου φωτογραφική μηχανή και δεν έχω καθόλου φωτογραφίες, είχα το άγχος και ότι μπορεί να μην είμαι φωτογενής, αλλά δεν φωτογράφιζα ούτε τοπία και αντικείμενα. Τότε δεν ήταν τόσο διαδεδομένη η ενασχόληση με τα κοινωνικά δίκτυα και το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με λεπτομέρειες. Επί τη ευκαιρία δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να δαιμονοποιούμε τους ιντερνετικούς φίλους. Λες και οι άνθρωποι στη φυσική τους διάσταση έχουν άλλη ψυχή. Οι κακοί χαρακτήρες αργά ή γρήγορα δείχνουν τον εαυτό τους και εξάλλου το ίντερνετ είναι ένας ωραίος τρόπος για να κρατά κάποιος επαφή με φίλους, συγγενείς, συνεργάτες, ακόμα και παλιούς φίλους ή συνεργάτες. Αφού λοιπόν φωτογράφισε τους φρέντο καπουτσίνους σε ωραιότατα μεγάλα ποτήρια, περάσαμε λίγη ώρα στο καφέ και πήγαμε βόλτα στην πόλη. Μπήκαμε σε ένα μαγαζί και ήθελε να ψωνίσει… Οι κοπέλες τον κοιτούσαν με νόημα, όμως έκαναν φιλότιμες προσπάθειες να είναι ευγενικές. Μα καλά, δεν είχαν ξαναδεί τουρίστα; Ο κύριος τι  νούμερο φοράει; Δεν έχουμε extra small… Και γυναίκες υπερβολικά αδύνατες από όσο ξέρω καμιά φορά ψωνίζουν από τα… παιδικά. Ο Λατίνος μέτοικος ήταν μια δεκαετία μεγαλύτερός μου, όμως άνετα θα μπορούσε να ντυθεί από κατάστημα με παιδικά. 

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει για να ζυγίσει μια ελλειπή μερίδα, θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι και ο δάσκαλος με την εφημερίδα. Και όμως ένας «κοντός» θα μπορούσε να είναι πολύ ελκυστικός, όμως για μένα ο Ερρίκος ήταν απλά συμπαθητικός. Είχαν λέει φέρει παλιά στα χωριά κάτι κατσίκες άλλης ράτσας, «ολλανδικές», οι οποίες ήταν πιο μεγαλόσωμες από τις τοπικές φυλές, παρήγαγαν περισσότερο γάλα, αλλά ήταν άνοστο. Από πού και ως πού το να είναι κάποιος ψηλός είναι καλύτερο από το να είναι κοντός. Λέγεται ότι οι ψηλοί κάνουν εντύπωση απλά επειδή είναι λιγότεροι. Σε μια πόλη που οι ψηλοί θα ήταν η πλειοψηφία, τότε οι κοντοί θα τραβούσαν όλα τα βλέμματα. Είναι και αυτή μια θεωρία αληθοφανής.

Πήγαμε και στο καρναβάλι του Ρεθύμνου, όπου ακούγονταν από τα μεγάφωνα ισπανικά τραγούδια και σιγοτραγουδούσε και αυτός. Του άρεσε που έπαιζαν ισπανικά τραγούδια. Ψάχναμε αρκετή ώρα μέχρι να βρούμε μια ταβέρνα για φαγητό, από Ρέθυμνο δεν ήξερα και πολλά. Αυτό που δεν τον ενθουσίασε καθόλου στο Ηράκλειο ήταν οι αστικές συγκοινωνίες και η τρελή κίνηση στους δρόμους. Αναρωτιόταν γιατί τα λεωφορεία δεν ήταν στην ώρα τους. Γι’ αυτό όλοι έχουν αυτοκίνητα, στο Ηράκλειο είναι ο βίος αβίωτος χωρίς αυτοκίνητο. Με κάλεσε να τον επισκεφθώ και εγώ στην Ιταλία, όμως δεν πήγα. Θα περίμενε κανείς ότι ένας άνθρωπος τόσο πολυταξιδεμένος θα ήταν ανοιχτόμυαλος, θα είχε ανοιχτούς ορίζοντες, όμως όχι, οι ορίζοντες ήταν στενοί. Στον τρόπο σκέψης έμοιαζε αρκετά με έναν άλλο παλιό μου φίλο, το Σ. από τον Πειραιά, που δούλευε σαν σεκιουριτάς και το όνειρό του ήταν να γίνει μια μέρα ειδικός φρουρός. Η διαφορά ανάμεσά τους ήταν περίπου 30 εκατοστά ύψος. Στο παρελθόν δεν ίσχυε για μένα το «όμοιος ομοίω αεί πελάζει» ή μπορεί με τα χρόνια να άλλαξα και εγώ… Τώρα προτιμώ τις συναναστροφές με τους ομοίους μου, με αυτούς που μοιράζομαι κοινές αξίες. Δεν είχαμε ποτέ μιλήσει για θρησκείες, αλλά τώρα που το σκέφτομαι πρέπει να ήταν καθολικός. Κοσμοκαλόγερος. Δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει αυτή η λέξη, θα το κοιτάξω στο λεξικό, αλλά σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι τον περιγράφει κατάλληλα. Ναι, είναι αυτός που έχει απαρνηθεί τις εγκόσμιες απολαύσεις, μοναχός που ζει στον κόσμο. Εγώ τότε ήμουν ακόμη ελεύθερη, αλλά δεν ήμουν χαρούμενη με τη μοναξιά μου. Ο Ερρίκος δεν ήταν ο άνθρωπός μου σε καμία περίπτωση. Ίσως αν ήμουν καμιά καλογριά, αδελφή, θεούσα, χαμηλοβλεπούσα να του άρεσα πιο πολύ. Έτσι κι αλλιώς δεν μου άρεσε εμένα, τι ματαιοδοξία να θέλουμε να αρέσουμε και σε αυτούς που δεν μας αρέσουν. NEXT PLEASE.

Έτσι κάποια μέρα έλαβα μια κάρτα με τοπία και στο κέντρο το Μάτσου Πίτσου. Γεια σου από το Μάτσου Πίτσου, πήγαμε εκδρομή με τους δικούς μου. Είναι ωραία εδώ. Φιλιά, Έρικ. Τα χρόνια πέρασαν και αυτός το βιολί του. Ταξίδια και πάλι ταξίδια, ανέβαζε εικόνες από εξωτικές παραλίες, ψηλές κορυφές, αρχαία ερείπια, μια καρτ ποστάλ όλη του η ζωή. Μετά από χρόνια κάποια στιγμή μιλήσαμε. Το όνειρό του ήταν αργότερα να επιστρέψει στην πατρίδα του και να φτιάξει τη δική του επιχείρηση. Τότε πρόσεξα το διαδραστικό χάρτη του. Η Κρήτη ήταν στο πράσινο. Αν είναι δυνατόν. Δεν είχε βάλει την Κρήτη στα μέρη που θέλει να επισκεφθεί ξανά! Νομίζω πως τρόμαξε από πληροφορίες που διάβασε για την ιστορία της Κρήτης. Μια ιστορία επαναστάσεων και αίματος, όπως η ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Και όμως επέστρεψε άλλη μία φορά, εγώ όμως έλειπα. Αυτοί που δεν θέλουν τους ξένους, αναρωτιέμαι, ένιωσαν ποτέ ξένοι στον τόπο τους; Σκέφτηκαν ποτέ να φύγουν, να μεταναστεύσουν; Έζησαν ποτέ σαν μετανάστες; Έστω και σαν μορφωμένοι μετανάστες. Μηδενί συμφοράν ονειδίσεις, κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον. Και όπως πάνε τα πράγματα, για να μεταφράσω το αρχαίο ρητό σε ελεύθερη μετάφραση, θα γίνει «κοντός ψαλμός αλληλούια». Προσωπικά ελπίζω στο εξωτερικό να πάω πια μόνο για διακοπές. Θέλω να μείνω εδώ και είμαι και αυτόχθων πάππου προς πάππου και προπάππου, όχι σαν την ανόητη εκείνη την τραγουδίστρια από το Κόσοβο που (θα) ήθελε να είναι «αυτόχθων» στην… Κέρκυρα! Καλά όλα αυτά, αλλά όπως λέει και ο περουβιανός εθνικός ύμνος «είμαστε ελεύθεροι, είθε να είμαστε πάντα μαζί»;…


Source link

Kατηγορίες

Ιστορικό